Παίρνοντας ανάσα, στην πλατεία

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. (Τάκης Σινόπουλος)

Τα μάτια θολά. Μήνες τώρα. Δε φταίει η πρωινή αθηναϊκή κίχλη. Είναι μια θλίψη που ζοφαίνει τα πάντα και δεν την αντέχει. Είναι και τα γηρατειά του, που πίστεψε πως είχε κάνει ό,τι έπρεπε για να τα ζήσει όπως πρέπει. Ξέγνοιαστα, όπως δεν έζησε ποτέ. Σε μια σεζλόγκ, να διαβάζει Γάλλους ποιητές. Μια ζωή στη μπούκα. Δούλεψε, ίδρωσε, δημιούργησε. Μα δεν έφτανε. Σε λίγους μήνες είδε τις αποταμιεύσεις του να εξανεμίζονται, τη σύνταξή του να μηδενίζεται. Από ένα τέρας, που για φωτιά να πηδάει απ’ τα ρουθούνια είχε φόρους, χαράτσια και έκτακτα τέλη. Κι έγινε το κράτος Κρόνος, σκέφτηκε, να φάει τα παιδιά του. Κάνει ν’ ανασάνει, μα βαρύ το στήθος και κόμπος το στομάχι.

Νιώθει τους καθημερινούς ρευματισμούς του, καθώς κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά της πλατείας. Τα γόνατά του πονάνε, η ανάσα του βαριά. Δυο εύζωνες απέναντι, αγέρωχοι, μπροστά ‘πο άγνωστο μνημείο, κρύβουν στα γεμάτα μάτια την εθνική μελαγχολία. Το νέφος πάνω απ’τα κεφάλια έχει πλακώσει με έναν τρόπο διαφορετικό τους ανθρώπους. Δεν είναι σύννεφο, είναι πένθος συλλογικό. Κάποιοι θα γίνουν λύκοι για να ζήσουν, ακολουθώντας μια πανάρχαια πλαύτια λογική. Μα σκέφτηκε πως αυτά δεν ήταν για εκείνον. Κι είναι και που δε μπορεί ν’ ανασάνει.

Παίρνει το πρωϊνό κουλούρι. Ένα φίλτρο έχει μπει σε κάθε του αίσθηση εδώ και καιρό. Το σουσάμι δεν είναι τραγανό, θα σκεφτεί. Δε βαριέσαι. Σε λίγο όλα θα τελιώσουν, σκέφτεται ξέπνοα, αναζητώντας ανάσα.

Ευλαβικά γδέρνει το σπιρτόκουτο, ανάβει το τσιγάρο, τινάζει το σπίρτο. Ρουφάει τον καπνό εγωιστικά. Σκέφτεται πώς θα μπορούσε να κρύψει σ’ αυτόν τις έγνοιες του. Μα κι αυτός χάνεται, όπως χάθηκαν και τ’ άλλα. Μα η Αθήνα δεν είναι Σευχέλλες, και η πλατεία δεν είναι Σαν Σουσί. Κάνει να περπατήσει λίγο ακόμη. Δε μπορεί να πάρει ανάσα.

Σηκώνει ψηλά τον αγκώνα. Είναι το χέρι βαρύ. Τραβάει σκανδάλι. Κι ανασαίνει.

Σήμερα το πρωί, ένας 77χρονος φαρμακοποιός, ο Δημήτρης Χρίστουλας, αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα. Στο σημείωμα που άφησε γράφει:
«Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένισε κυριολεκτικά τη δυνατότητα επιβίωσής μου που στηριζόταν σε μια αξιοπρεπή σύνταξη που επί 35 χρόνια εγώ μόνον (χωρίς ενίσχυση κράτους) πλήρωνα γι΄αυτήν.

Επειδή έχω μια ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω αν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικωφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω τα σκουπίδια για την διατροφή μου.

Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία Συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες, όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στον Μουσολίνι (Πιάτσα Πορέτο του Μιλάνου).» 

Advertisements

One thought on “Παίρνοντας ανάσα, στην πλατεία

  1. Παράθεμα: Παίρνοντας ανάσα, στην πλατεία | αἰέν ἀριστεύειν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s